Όταν δεν έβρεχε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην παλαιά Λεπτοκαρυά, τότε οι κάτοικοι του χωριού, παρακαλούσαν το Θεό να τους φέρει την πολυπόθητη βροχή. Αυτό γινόταν γιατί ένα μεγάλο τμήμα του εισοδήματος του Λεπτοκαρίτη, βασιζόταν στις αγροτικές δραστηριότητες. Έτσι, σε περιόδους ανομβρίας υπήρχε μεγάλο πρόβλημα, επειδή η σοδειά ήταν πιθανό να μην επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Όλο το τελετουργικό της παράκλησης προς το Θεό, (για να φέρει τη βροχή) συνδέεται με το έθιμο της «Πιπιρούνας», (δηλ. της παπαρούνας).
Σύμφωνα με το έθιμο, ένα αγόρι δέκα έως δώδεκα ετών (συνήθως ήταν φτωχό) το έντυναν «πιπιρούνα». Μάζευαν δηλαδή “βούζια” (αγριόχορτα που φύτρωναν στα λακκώματα) και τα κρεμούσαν γύρω από τη μέση του μικρού αγοριού, έτσι ώστε να μοιάζει με φούστα. Επάνω στο κεφάλι του αγοριού έβαζαν μια κατσαρόλα. Όταν η «πιπιρούνα» ήταν έτοιμη, τότε την έβγαζαν στους δρόμους του χωριού. Αυτή περπατούσε πάντα μπροστά, ενώ από πίσω της ακολουθούσαν μικροί και μεγάλοι Λεπτοκαρίτες, τραγουδώντας την «πιπιρούνα».
«Πιπιρούνα πιρπατί,
του Θιό παρακαλεί,
για να ρίξει μια βροχή,
μια βροχή τρανή, τρανή,
μπόρες,
μπόρες στα μπαμπάκια,
και βροχή στα καλαμπούκια,
μπόρες, μπόρες το νερό
και το γένημα σωρό».
Η «πιπιρούνα» και οι Λεπτοκαρίτες που τη συνόδευαν, περπατούσαν από σπίτι σε σπίτι στην παλαιά Λεπτοκαρυά και τραγουδούσαν το παραπάνω τραγούδι. Η κάθε νοικοκυρά έβγαινε έξω από το σπίτι της και έριχνε νερό πάνω στην κατσαρόλα, που είχε στο κεφάλι της η «πιπιρούνα. Ένας από εκείνους που συνόδευαν την «πιπιρούνα» κρατούσε στο χέρι του ένα “μπακράτσι” γεμάτο με νερό. Σε κάθε σπίτι που επισκέπτονταν, πρώτα η νοικοκυρά έβρεχε με νερό την «πιπιρούνα» και αργότερα έριχνε ένα νόμισμα μέσα στο “μπακράτσι”.
Το παράξενο είναι πως μετά το έθιμο της «πιπιρούνας» τις περισσότερες φορές έβρεχε, γι’ αυτό και οι Λεπτοκαρίτες είχαν σχηματίσει τη γνώμη πως σ’ αυτό βοήθησε πολύ η «πιπιρούνα». Αφού τελείωνε η «περιφορά της πιπιρούνας» στο χωριό, τότε οι γυναίκες του χωριού μαζεύονταν σ’ ένα σπίτι, όπου και έφτιαχναν πίτες, για το γλέντι που θα ακολουθούσε το βράδυ, στην παλαιά Λεπτοκαρυά.
Το έθιμο «πιπιρούνα» έχει και πολλούς συμβολισμούς όπως: Το ντυμένο με “βούζια” αγόρι, συμβόλιζε τη διψασμένη βλάστηση που αναζητούσε απεγνωσμένα το νερό για να καρποφορήσει, ενώ το νερό που έριχνε η νοικοκυρά στην «πιπιρούνα» συμβόλιζε την πολύτιμη βροχή που περίμεναν οι Λεπτοκαρίτες. Επίσης, επιλεγόταν ένα φτωχό παιδί, γιατί πίστευαν ότι έτσι θα δημιουργηθεί μεγαλύτερο αίσθημα λύπης στο Θεό.
Πολλές πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο του καθηγητή Γεωργίου Χατζή «Λεπτοκαρυά», καθώς και από το προσωπικό μου αρχείο.
ΤΖΙΟΛΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Φιλόλογος - αρχαιολόγος
Το πρώτο Σάββατο της Μ. Σαρακοστής, (αμέσως μετά την Καθαρά Δευτέρα) ημέρα που γιόρταζαν οι Άγιοι Θεόδωροι, τα κορίτσια της Παλαιάς Λεπτοκαρυάς στόλιζαν τον “Λάζαρο”. Πρόκειται καθαρά για γυναικεία εκδήλωση και απαγορεύονταν η συμμετοχή των ανδρών. Την παραμονή, τα κορίτσια, αλλά και οι παντρεμένες νεότερες γυναίκες, οργανώνονταν σε μεγάλες παρέες, το πολύ μέχρι δέκα ατόμων. Όμως έπρεπε όλες τους να έχουν σχεδόν την ίδια ηλικία. Σπάνια δεχόντουσαν στην παρέα τους, κάποια πολύ μικρότερή ή πολύ μεγαλύτερή τους.
Έτσι το Σάββατο το πρωί, κάθε κορίτσι έπαιρνε ένα πιάτο γεμάτο άβραστα φασόλια και ένα πιάτο με αλεύρι, ρύζι, λάδι και συγκεντρώνονταν σε ένα σπίτι, που το είχαν ετοιμάσει, από την παραμονή. Επίσης, στις αρραβωνιασμένες κοπέλες, την παραμονή οι πεθερές τους, πήγαιναν στο σπίτι σαν δώρο, όλα τα υλικά, που θα χρειάζονταν για τον “Λάζαρο”. Οι κοπέλες άφηναν τα υλικά στο σπίτι και μοίραζαν τις δουλειές που είχαν να κάνουν. Δυο κοπέλες αναλάμβαναν να μαγειρέψουν τα φασόλια. Άλλες δυο να κάνουν τις πίτες (έκαναν συνήθως δυο, τρεις ή και τέσσερις πίτες).
Όμως οι δουλειές που ήταν πολύ δύσκολες και τις οποίες δεν τις ήξεραν καλά τα κορίτσια, πολλές φορές τις βοηθούσαν και οι σπιτονοικοκυρές του σπιτιού. Τα κορίτσια που περίσσευαν, έπαιρναν ένα κλαδευτήρι, έβγαιναν έξω από την Παλαιά Λεπτοκαρυά και κοντά στο δάσος, έκοβαν ένα μεγάλο κλαδί από την ανθισμένη αγριοκρανιά, την οποία έλεγαν “Ζουκρανιά”. Όλα τα κορίτσια επέστρεφαν στο σπίτι χαρούμενα και στη μέση του δωματίου έβαζαν ένα τραπέζι. Πάνω σ’ αυτό το τραπέζι στερέωναν το μεγαλύτερο κλαδί της “Ζουκρανιάς”.
Όταν τα κορίτσια τέλειωναν με τις δουλειές που είχαν αναλάβει, τότε όλες τους μαζευόντουσαν στον “καλό τον οντά”, δηλ. στο μεγάλο δωμάτιο της υποδοχής. Εκεί λοιπόν έκαναν μικρές αρμάθες με σταφίδες που είχαν αγοράσει και τις κρεμούσαν στο ανθισμένο κλαδί. Επίσης κρεμούσαν και άλλα δώρα, ώστε να στολιστεί “η Λάζαρους”, δηλ. το κλαδί της ανθισμένης αγριοκρανιάς. Έτσι, την ώρα που στόλιζαν “του Λάζαρου”, τραγουδούσαν:
“Άη μου, Λάζαρη, καμαρουμένη, Ποιος σι στόλισει κι καμαρώνεις; Η μάνα μ’ μι στόλ’σει κι καμαρώνου.
Έχεις πιθιρά καμαρουμένη. Έχεις πιθιρό καμαρουμένου”.
Μετά το τραγούδι αυτό και ενώ ακόμα οι πίτες ήταν στο φούρνο και η φασολάδα έβραζε, τα κορίτσια άρχιζαν τα τραγούδια και το χορό. Τραγουδούσαν και χόρευαν όλα μαζί, γύρω από τον στολισμένο “Λάζαρο”. Όμως, μόλις το φαγητό και οι πίτες ήταν έτοιμες, σταματούσαν το χορό και όλες μαζί, ετοίμαζαν το τραπέζι που βρισκόταν στον “καλό τον οντά”. Η κάθε κοπέλα έπαιρνε την μερίδα της και κάθονταν όλες τους μαζί, γύρω από τον στολισμένο “Λάζαρο”. Δεν είχαν τραπέζια για να φάνε, γι’ αυτό και έστρωναν τις μεγάλες “μεσάλες”, δηλ. τα μεγάλα καλά τραπεζομάντηλα.
Πρώτα έτρωγαν τη φασολάδα και μετά την πίτα. Μάλιστα, όταν έκοβαν την πίτα, έβγαζαν και ένα “φιλί”, δηλ. έβγαζαν και ένα κομμάτι για την σπιτονοικοκυρά. Έτρωγαν χαρούμενα και έλεγαν διάφορα “χορατά”, δηλ. έλεγαν διάφορα αστεία. Εκείνη την ημέρα μάλιστα, τα κορίτσια μπορούσαν να ντύνονται καρναβάλια μέσα στο δωμάτιο, όπου είχαν τον στολισμένο “Λάζαρο”. Επίσης τα κορίτσια την ημέρα εκείνη, μπορούσαν να πάνε μέχρι την “Καστανιά”, (πρόκειται για περιοχή στην Παλαιά Λεπτοκαρυά), όπου εκεί μπορούσαν να χορέψουν.
Όταν τελείωναν με τους χορούς και τα τραγούδια, καθάριζαν όλα τα σκεύη και το χώρο που είχαν χρησιμοποιήσει και μοιράζονταν όλα τα φαγητά που περίσσευαν και τα έπαιρναν στο σπίτι τους. Τονίζουμε, πως το στόλισμα του “Λάζαρου”, ήταν καθαρά μία γυναικεία γιορτή. Την ημέρα αυτή, δεν επιτρέπονταν να μπει στο σπίτι ή στο δωμάτιο που στόλιζαν τον “Λάζαρο”, κανένας άντρας. Θεωρούνταν μεγάλη ντροπή και ασφαλώς τιμωρούνταν από τις κοπέλες. Ούτε μικρός αρσενικός, ούτε ο αρραβωνιαστικός ή ο σύζυγος, δεν τολμούσε να μπει στο δωμάτιο. Ήταν η μέρα της γυναίκας.
Η εκδήλωση αυτή ήταν από τις πιο παλιές και πιο σημαντικές εκδηλώσεις στην Παλαιά Λεπτοκαρυά. Πρόκειται για καθαρά “γυναικεία εκδήλωση”. Όμως οι Λεπτοκαρίτισσες δεν ήξεραν το πραγματικό νόημα αυτού του εθίμου. Απλά το τελούσαν, γιατί ήταν “παράδοση” και γιατί μπορούσαν εκείνη την ημέρα να “ξεφαντώσουν”. Ήταν μια ημέρα, που ίσως να είχε σχέση με παλιότερες γυναικοκρατούμενες εποχές.
Τα τελευταία χρόνια ο πολιτιστικός σύλλογος «Πνευματική Κίνηση Λεπτοκαρυάς» αναβιώνει κάθε χρόνο το πρώτο Σάββατο μετά την Καθαρά Δευτέρα (των Αγίων Θεοδώρων) στη Λεπτοκαρυά, το έθιμο του «Λαζάρου». Απαραίτητη προϋπόθεση στην αναβίωση αυτού του εθίμου αποτελεί η αποκλειστική συμμετοχή μόνο των γυναικών, ενώ οι άνδρες αποκλείονται (από το έθιμο) παντελώς. Όμως, δυστυχώς, τα τελευταία δυο χρόνια (λόγω της πανδημίας) η αναβίωση του εθίμου δεν πραγματοποιήθηκε.
Η άντληση αρκετών πληροφοριών, έγινε από το βιβλίο του καθηγητή Γεωργίου Χατζή, «Λεπτοκαρυά». Στην παλαιά Λεπτοκαρυά υπήρχαν πολλά έθιμα, τα οποία σήμερα δεν διατηρούνται και δεν γίνονται σε κανένα σπίτι της σημερινής Λεπτοκαρυάς. Πρέπει λοιπόν οι πολιτιστικοί σύλλογοι του χωριού, (να ενώσουν τις δυνάμεις τους) ώστε να αναβιώσουν τα έθιμα αυτά, τα οποία ενώνουν τις οικογένειες, μεταφέρουν στις νέες γενιές τις παραδόσεις & συνήθειες των προγόνων μας, και κρατούν την παράδοση του τόπου μας ζωντανή.
ΤΖΙΟΛΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Φιλόλογος – αρχαιολόγος
Την ημέρα των Χριστουγέννων, οι κάτοικοι της παλαιάς Λεπτοκαρυάς, μόλις άναβαν το τζάκι,
ο σπιτονοικοκύρης του κάθε σπιτιού έβαζε στη φωτιά “ένα χοντρό ξύλο κέδρου”.
Στην παλαιά Λεπτοκαρυά, κάθε χρόνο στις 14 Νοεμβρίου (ημέρα που άρχιζε η Σαρακοστή, δηλ. σαράντα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα), άρχιζαν και τα “σαραντάημερα”. Έτσι, για να μην μπορούν να μπαίνουν μέσα στα σπίτια, τα “σαραντάμερα” (δηλ. οι καλικάντζαροι), μόλις έπεφτε το σκοτάδι, όλες οι νοικοκυρές θυμιάτιζαν το σπίτι τους. Σε ένα φτυαράκι βάζανε λίγα κάρβουνα αναμμένα και λίγο θυμίαμα και με αυτό θυμιάτιζαν όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Αργότερα το φτυαράκι με τα κάρβουνα το βάζανε μπροστά στην εξώπορτα, έτσι ώστε όποιος έρχονταν στο σπίτι, να περνά πάνω από αυτά. Μ’ αυτόν τον τρόπο πίστευαν πως έδιωχναν τα “σαραντάμερα”.
Κάθε προπαραμονή Χριστουγέννων σφάζανε τα γουρούνια. Η κάθε οικογένεια φρόντιζε ώστε να έχει ένα γουρούνι για τις γιορτές. Μετά το σφάξιμο και πριν το γδάρσιμο του γουρουνιού, έπρεπε πρώτα να το θυμιατίσουν. Πάνω από το σφαγμένο γουρούνι, περνούσαν τα κάρβουνα με θυμίαμα, τα οποία και τα άφηναν για αρκετή ώρα, δίπλα στον σφαγμένο λαιμό του γουρουνιού.
Tην παραμονή των Χριστουγέννων, στην παλαιά Λεπτοκαρυά, οι Λεπτοκαρίτες κάθε πρωί “έβγαζαν τα πλιά”. Η κάθε νοικοκυρά, έπαιρνε στο σπίτι της λίγο σιτάρι και ένα κλαδί κέδρου. Αργότερα πήγαινε κοντά στο τζάκι, όπου και έριχνε ένα – ένα το σπυρί με σιτάρι και το ονομάτιζε. Έλεγε δηλαδή για κάθε σπυρί που έριχνε, αυτό είναι για τον μπαμπά, αυτό για τη μαμά, αυτό για τον γιο, κλπ. Έτσι, ανάλογα με τον θόρυβο που έκανε το κάθε σπυρί σιταριού όταν έσκαγε, έλεγαν, ότι “αυτός είναι γερός”, ή “αυτός είναι τζούφιος”, (δηλ. είναι αδύναμος).
Επίσης, οι νοικοκυρές στην παλαιά Λεπτοκαρυά, ήδη από την παραμονή των Χριστουγέννων, ετοίμαζαν τη σούπα (συνήθως ήταν κοτόσουπα που συνοδεύονταν με γεμιστή κότα), έτσι ώστε το πρωί των Χριστουγέννων, μετά την εκκλησία, να είναι όλα έτοιμα και να καθίσει όλη η οικογένεια στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Την ημέρα των Χριστουγέννων, οι κάτοικοι της παλαιάς Λεπτοκαρυάς, κάθε πρωί μόλις άναβαν το τζάκι, ο σπιτονοικοκύρης του κάθε σπιτιού έβαζε στη φωτιά “ένα χοντρό ξύλο κέδρου”. Το άφηνε να καεί για λίγο, ενώ αργότερα το έβγαζε και το έσβηνε με νερό. Το ίδιο ξύλο το ξανάβαζε πάλι την ημέρα της Πρωτοχρονιάς στο τζάκι και το άφηνε να καεί πάλι για λίγο και μετά το ξανάσβηνε πάλι με νερό. Την ημέρα των Φώτων, το ίδιο ξύλο το έβαζε πάλι στο τζάκι, όπου και το άφηνε να καεί ολοκληρωτικά.
Τέλος, τα Χριστούγεννα «χάνονταν» τα “σαραντάμερα” και «ξεκινούσαν» τα “δωδεκάημερα” (δηλ. πρόκειται πάλι για καλικάντζαρους που ενοχλούσαν τους ανθρώπους). Τα “δωδεκάμερα” ήταν «δαιμονικά» που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους ως την ημέρα των Φώτων, γι’ αυτό και λεγόταν “δωδεκάμερα”, (δηλ. δώδεκα μέρες, όσες ήταν και οι ημέρες από τα Χριστούγεννα ως και τα Φώτα). Μόλις περνούσαν και τα Φώτα, πίστευαν πως όλα τα «δαιμονικά» έφευγαν από το χωριό, αλλά πίστευαν πως παρέμενε από “κανένας γέρος – δαίμονας”, ο οποίος και τριγυρνούσε στην παλαιά Λεπτοκαρυά και μετά την ημέρα των Φώτων.
ΤΖΙΟΛΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Φιλόλογος – αρχαιολόγος
Μία από τις σημαντικότερες εκδηλώσεις και έθιμα στην κωμόπολη της Λεπτοκαρυάς, είναι η αναβίωση του διαμελισμού του Ορφέα από τις Μαινάδες, την Κυριακή της Αποκριάς, που λέγεται Γιορτή των Κέδρων.
Κάθε χρόνο το βράδυ της Κυριακής της Αποκριάς στη Λεπτοκαρυά μαζεύονται όλοι οι κάτοικοι στην κεντρική πλατεία για να γιορτάσουν τον μυθικό Ορφέα.
Στο κέντρο της πλατείας ανάβουν μια μεγάλη φωτιά και γύρω από αυτή κάνουν αναπαράσταση του θανάτου του Ορφέα. Ένα κομμάτι ψητό κρέας, συνήθως ένα κατσίκι, υποτίθεται ότι είναι ο μυθικός ήρωας Ορφέας και εννιά κοπέλες που το συνοδεύουν, παριστάνουν τις εννιά Μούσες που θρηνούν πάνω από το πτώμα του.
Στη συνέχεια έρχονται οι αγριεμένες Μαινάδες, για να κατασπαράξουν τον Ορφέα, κόβοντας κομματάκια το σώμα του (το κατσίκι), μοιράζοντάς το τριγύρω στον κόσμο. Στο τέλος οι Μαινάδες, αφού έχουν μετανιώσει για τις φρικτές τους πράξεις, ζητούν συγχώρεση από τις Μούσες, για να φύγουν οι αμαρτίες από πάνω τους. Τότε οι Μούσες ξεπλένουν με κόκκινο κρασί τα χέρια των Μαινάδων για να φύγουν οι αμαρτίες τους.
Στη διάρκεια της εκδήλωσης προσφέρεται κρασί και νηστίσιμο φαγητό (σαρδέλα), ενώ αυτά συνοδεύονται από χορούς και τραγούδια γύρω από φωτιά.
Η γιορτή τηρείται και σε άλλα Δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Ανατολικού Ολύμπου. Στη διάρκεια των εκδηλώσεων προσφέρεται κρασί και νηστίσιμο φαγητό (σαρδέλα), ενώ αυτά συνοδεύονται από χορούς και τραγούδια γύρω από φωτιά.
Εντυπωσιακό και φαντασμαγορικό είναι το καρναβάλι της Λεπτοκαρυάς, με την παρέλαση των αρμάτων την Καθαρά Δευτέρα.
Α. Στην παλαιά Λεπτοκαρυά, οι αποκριάτικες συνήθειες ξεκινούσαν ήδη από την Τσικνοπέμπτη. Οι Λεπτοκαρίτες ντύνονταν καρναβάλια και δειλά – δειλά άρχιζαν να κυκλοφορούν στους δρόμους του χωριού. Συνήθως πήγαιναν μασκαρεμένοι σε κάποιο συγγενικό τους σπίτι. Ξεκινούσαν τη νηστεία από την Κυριακή των Απόκρεω (Κρεατ’νής), η οποία και διαρκούσε για ολόκληρη της εβδομάδα. Όμως δεν νήστευαν αυστηρά την εβδομάδα εκείνη.
Β. Οι Λεπτοκαρίτες την Κυριακή της Τυρινής (Τυρούς), έτρωγαν τυρί (κυρίως τυρόπιτες). Το βράδυ, υπήρχε το έθιμο, όπου τα νιόπαντρα ζευγάρια, έπρεπε να κάνουν επίσκεψη στα σπίτια γνωστών τους ή συγγενικών τους προσώπων, με μοναδικό σκοπό να μαζέψουν τα γαμήλια δώρα. Την εποχή εκείνη στην παλαιά Λεπτοκαρυά, τα γαμήλια δώρα δεν τα πήγαιναν στο ζευγάρι την ημέρα του γάμου, αλλά οι Λεπτοκαρίτες τα έδιναν στο ζευγάρι, το βράδυ της Κυριακής της Τυρούς. Συνήθως έδιναν μία κατσαρόλα, ή πιάτα ή μαχαιροπήρουνα ή οποιοδήποτε άλλο μαγειρικό σκεύος που θα βοηθούσε στο καινούργιο ξεκίνημα που θα έκανε τα ζευγάρι.
Το νιόπαντρο ζευγάρι άρχιζε τις επισκέψεις του, πρώτα από τον κουμπάρο που τους στεφάνωσε. Τα σπίτια που θα επισκέπτονταν, υπήρχε το έθιμο πως έπρεπε να «βάλουν μετάνοιες» στους νοικοκυραίους των σπιτιών αυτών, ενώ έπρεπε οπωσδήποτε να φιλήσουν και το χέρι των γεροντότερων, ως ένδειξη σεβασμού σ’ αυτούς.
Γ. Το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής, μετά τον εσπερινό, πολλοί Λεπτοκαρίτες πήγαιναν στον παπά του χωριού, για να συγχωρεθούν. Εκείνο το βράδυ, γιόρταζε ο γεροντότερος του κάθε νοικοκυριού (ο αρχηγός της οικογένειας). Μαζευόντουσαν όλα τα μέλη της οικογένειας, στον «καλόν τον οντά» για να φάνε όλοι μαζί. Πριν το φαγητό πραγματοποιούνταν δύο όμορφα έθιμα, με συμβολισμούς.
Πρώτα γινόταν το «έθιμο της συγχώρεσης» που σταθεροποιούσε τον σεβασμό στα μεγαλύτερα μέλη και τόνιζε και την θέση “της νύφης” μέσα στην οικογένεια. Όλα τα μέλη της οικογένειας, (οι γιοι, οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους) μαζευόντουσαν στο σπίτι του σπιτονοικοκύρη και του «έβαζαν μετάνοιες» για να τους «σχωρέσει» (δηλ. να συγχωρέσει). Ζητούσαν συγχώρηση και φιλούσαν το χέρι του. Έτσι, μετά από τις μετάνοιες έλεγαν «σχωρμένα» (δηλ. συγχωρεμένα) για το εάν είπαν κάτι κακό τις προηγούμενες ημέρες.
Η νύφη, έπρεπε να «βάλει μετάνοιες» πρώτα στον πεθερό, μετά στην πεθερά, αργότερα στα κουνάδια της, τις μεγαλύτερες συννυφάδες της, τον άντρα της και όποιον άλλον μεγαλύτερό της συναντούσε μέσα στο νοικοκυριό. Επίσης, ο γιος έπρεπε και αυτός να «βάλει μετάνοιες» πρώτα στον πατέρα του, μετά στη μητέρα του και αργότερα σε όλους τους μεγαλύτερους του σπιτιού. Και τα παιδιά έπρεπε με τη σειρά τους να «βάλουν μετάνοιες» στον παππού, στη γιαγιά, τους θείους και τις θείες, στον πατέρα και την μητέρα. Οι γεροντότεροι νοικοκυραίοι (μερικές φορές) έδιναν χρήματα σ’ αυτούς που τους φιλούσαν το χέρι και έλεγαν και αυτοί «σχωρμένα». Αυτό το έθιμο αποτελούσε μία ευκαιρία, ώστε να λυθούν οι διενέξεις, μεταξύ των μελών της οικογένειας.
Το δεύτερο έθιμο, γίνονταν πάλι το βράδυ της Κυριακής της Τυρούς, (μετά «τις μετάνοιες» και πριν από το φαγητό), όπου σε πολλά σπίτια του χωριού, οι γεροντότεροι έπαιζαν με τα παιδιά το έθιμο «χάσκα – πάσκα» που συμβόλιζε και την αρχή της προετοιμασίας, για τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Αφού αγόραζαν τις προηγούμενες ημέρες «πιτάκια από σκληρό χαλβά», άνοιγαν από μια μικρή τρύπα πάνω στο κάθε «πιτάκι με χαλβά», απ’ όπου και περνούσαν μια λεπτή κλωστή και την έδεναν σε ένα ξύλινο πλάστη.
Αργότερα ο γεροντότερος κουνούσε τρεις φορές μπροστά στο στόμα, των παιδιών κυρίως, την κλωστή που κρατούσε το «πιτάκι με τον χαλβά» και έπρεπε το άτομο που “έχασκε” (δηλ. που έμενε με ανοιχτό το στόμα) «χάσκα», να προλάβει να βάλει στο στόμα του τον χαλβά, χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χέρια του. Όποιο παιδάκι, κατόρθωνε να πιάσει το «πιτάκι με τον χαλβά» έπαιρνε τα μπράβο των υπολοίπων και τις ευχές τους να είναι γερό και του χρόνου και αργότερα έτρωγε τον χαλβά.
Έτσι συμβολικά το στόμα έκλεινε με τον “χαλβά της Αποκριάς” «χάσκα» (έναρξη της νηστείας) και ξανάνοιγε με τον “χαλβά του Μεγάλου Σαββάτου”, (λίγο πριν το Πάσχα – δηλ. με το τέλος της νηστείας) «πάσκα». Τα παιδιά φώναζαν συνέχεια «χάσκα – πάσκα» και συνέχιζαν με το έθιμο αυτό, ώσπου να ετοιμαστεί το βραδινό τραπέζι.
Δ. Στις γειτονιές της παλαιάς Λεπτοκαρυάς, το βράδυ της Κυριακή της Τυρινής, επικρατούσε το έθιμο «το κάψιμο των κέδρων», στα “μπαΐρια” του χωριού, έθιμο που συνδέεται με τις αρχαίες διονυσιακές τελετές, (εισηγητής των τελετών αυτών, υπήρξε ο Ορφέας). Οι Λεπτοκαρίτες συνήθιζαν να μαζεύουν τα κέδρα για “το άναμμα της πυράς”, από την τοποθεσία “Κόκκινος”, ίσως σ’ ανάμνηση του αίματος του Ορφέα, που χύθηκε στον τόπο αυτό, (στα αρχαία Λείβηθρα) όταν τον κατακρεούργησαν οι Μαινάδες.
Τα κέδρα τα έκοβαν ήδη από τις προηγούμενες ημέρες, και τα φύλαγαν πολύ καλά, γιατί υπήρχε η συνήθεια, η μία γειτονιά να κλέβει τα κέδρα των άλλων γειτονιών. Έτσι, η γειτονιά εκείνη που είχε καταφέρει να έχει και την ψηλότερη φωτιά (στο κάψιμο των κέδρων), ήταν και η καλύτερη για εκείνη τη χρονιά. Στο κάψιμο των κέδρων πολύ σπάνια έβγαιναν οι γυναίκες. Και αυτό γιατί τραγουδούσαν «σκωπτικά» αποκριάτικα τραγούδια, όταν έκαιγαν τα κέδρα, αλλά και οι γεροντότεροι πείραζαν κυρίως τους νεότερούς τους.
Το βράδυ εκείνο, στο κάψιμο των κέδρων, συμμετείχαν κυρίως μικρά παιδιά, οι άντρες αλλά και οι γέροντες, οι οποίοι γλεντούσαν και τραγουδούσαν, λέγοντας «σιακάδες» (δηλ. αστεία, πειράγματα). Ενώ πηδούσαν πάνω από τη φωτιά των κέδρων, ταυτόχρονα τραγουδούσαν αποκριάτικα τραγούδια:
«Τρείς μιγάλες Αποκριές, κάνουν τα πιδιά χαρές,τρεις μιγάλις αποκριές, γέμ’σαν τα
βρακιά πουρδές, και την Καθαρή Δευτέρα, παίρνουν τα μυαλά (ή τα βρακιά) αέρα».
Όμως οι γυναίκες και τα κορίτσια της παλαιάς Λεπτοκαρυάς (το βράδυ της Κυριακής της Τυρούς) διασκέδαζαν μέσα στα σπίτια. Έτσι, αφού πρώτα τέλειωναν με τις «μετάνοιες» που έπρεπε να βάλουν στους γεροντότερούς τους, έπαιρναν τα φαγητά και τα ποτά τους και συγκεντρώνονταν σε ένα μεγάλο σπίτι. Εκεί μέσα ντύνονταν καρναβάλια, αλλά παρέμεναν έτσι ντυμένες μόνο για το σπίτι, γιατί οι γυναίκες σπάνια κυκλοφορούσαν έξω στους δρόμους ντυμένες καρναβάλια. Στους χορούς γύρω από τις φωτιές των κέδρων, οι Λεπτοκαρίτες δεν χρησιμοποιούσαν καθόλου μουσικά όργανα. Χόρευαν αλλά και τραγουδούσαν «σκωπτικά» τραγούδια όλοι μαζί, κυκλικά, γύρω από τη φωτιά.
Ε. Την Καθαρά Δευτέρα, οι νοικοκυρές της παλαιάς Λεπτοκαρυάς, άναβαν τη φωτιά κάτω από «το καζάνι» του σπιτιού. Μέσα στο καζάνι έβαζαν μέσα όλα τα κουζινικά του σπιτιού, ώστε «να καθαριστούν» πολύ καλά. Υπήρχε πάλι η συνήθεια, να μαζεύονται πολλές νοικοκυρές σε ένα σπιτικό, το οποίο είχε μεγάλο καζάνι. Αφού περίμεναν ώστε να βράσει καλά το νερό που υπήρχε μέσα, τότε αργότερα έριχναν και στάχτη, μέσα στο βρασμένο νερό, ώστε να γίνει «κασταλαϊ». Με το νερό αυτό ζεμάτιζαν όλα τα πιατικά τους, αλλά και όλες τις κατσαρόλες ώστε να φύγουν τα λίπη που υπήρχαν πάνω τους. Γι’ αυτό ονομάστηκε και η ημέρα αυτή «Καθαρή». Την ημέρα εκείνη δεν μαγείρευαν αρτύσιμα φαγητά, παρά μόνο νηστίσιμα (χωρίς λάδι), όπως φασόλια, λάχανα, μπουρανί, κλπ.
Πρέπει να μας προβληματίσει και το γεγονός, το ότι γίνονταν καρναβάλια οι γυναίκες της παλαιάς Λεπτοκαρυάς, το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων. Εκείνη την ημέρα, μπορούσαν να ντύνονται καρναβάλια, κυρίως οι γεροντότερες γυναίκες και να βγαίνουν να τραγουδούν αλλά και να χορεύουν κυρίως «στην Καστανιά» (είναι περιοχή με καστανιές που βρίσκεται βορειοδυτικά της παλαιάς Λεπτοκαρυάς).
Τα έθιμα αυτά, δυστυχώς σήμερα δεν διατηρούνται και δεν γίνονται σε κανένα σπίτι της σημερινής Λεπτοκαρυάς. Είναι έθιμα τα οποία ενώνουν τις οικογένειες, μεταφέρουν στις νέες γενιές τις παραδόσεις & συνήθειες των προγόνων μας, και κρατούν την παράδοση του τόπου μας ζωντανή.
ΤΖΙΟΛΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Φιλόλογος – αρχαιολόγος